Το δικαίωμα στο γιουχάρισμα!

Μήδεια του Βασίλιεφ

Τη Μήδεια του Βασίλιεφ δεν την είδα παρότι είμαι τακτικός θαμώνας Επιδαύρου. Από ότι διάβασα πρόκειται για (μία ακόμη φέτος!) μεταμοντέρνα προσέγγιση στο αρχαίο δράμα από το γνωστό Ρώσο σκηνοθέτη, αλλά άποψη για την παράσταση δεν μπορώ να έχω από τη στιγμή που δεν ήμουν μέσα στο θέατρο. Η παράσταση δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει αν ήταν καλή ή κακή, αυτό που με ενδιαφέρει είναι αυτό που ακολούθησε: η αντίδραση του κοινού! Για όσους δεν παρακολούθησαν το τι έγινε θα πω περιληπτικά ότι το κοινό άρχισε να αποχωρεί από την πρώτη μισή ώρα, αλλά όταν οι μεταμοντέρνες καινοτομίες πέρασαν τα όρια (του κοινού) και άρχισαν να γίνονται ακατάλυπτες (βλέπε εκφορά του λόγου σε 3 διαφορετικές γλώσσες παράλληλα!), το κοινό ξέσπασε με εκφράσεις όπως «Αίσχος», διακόπτωντας την παράσταση, πράγμα πρωτόγνωρο για τα (πρόσφατα τουλάχιστον) Ελληνικά χρονικά.

Ε λοιπόν καλά κάνανε! Χωρίς να ξέρω αν η παράσταση ήταν καλή η κακή (αν άξιζε δηλαδή το γιουχάρισμα ή όχι) και μόνο το γεγονός ότι το κοινό ξύπνησε από την κατάσταση λύθης που συνήθως το χαρακτηρίζει και αντέδρασε σε αυτό που έβλεπε είναι ελπιδοφόρο! Έχω βαρεθεί να βλέπω το Ελληνικό κοινό να χειροκροτάει μέχρι τελικής πτώσεως κάθε παράσταση που του βάζουν στο πιάτο: καλή ή κακή, του αρέσει ή δεν του αρέσει, απλά και μόνο γιατί φοβάται να μην το πουν αμόρφωτο. Ε λοιπόν αυτοί είμαστε, αυτά ξέρουμε και αυτά μας αρέσουν να βλέπουμε! Και αν αυτό σημαίνει ότι θα αδικήσουμε μια σημαντική παράσταση τότε και πάλι καλά θα κάνουμε, γιατί αυτό σημαίνει ότι αυτοί που αποφάσισαν να μας βάλουν να δούμε αυτή την παράσταση δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το που βρισκόμαστε και τι αρέσει σ’ εμάς, αλλά ασχολήθηκαν με τι αρέσει σ’ αυτούς.

Και φυσικά μην φανταστείτε ότι τα » Ευρωπαϊκά κοινά» δεν γιουχάρουν. Είναι γνωστό ότι το πιο έμπειρο ίσως μουσικό κοινό της Ευρώπης (αυτό της «Σκάλας του Μιλάνου»: οι περισσότεροι με εισιτήρια «διαρκείας»), είναι και το πλέον δύσκολο και αντιδρά πολύ άσχημα όταν μία παράσταση δεν είναι στο επίπεδο που περιμένει να είναι. Και επίσης μην φανταστείτε ότι τα κοινά αυτά έχουν πάντα δίκιο: όταν ανέβηκε για πρώτη φορά η «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» (Stravinsky) στο Παρίσι, το κοινό σταμάτησε το μπαλέτο από τις φωνές (και νομίζω ότι είχαν ξεκινήσει να πετάνε και πράγματα), και φυσικά είχαν άδικο.

Γίναμε πιο «έμπειρο» κοινό λοιπόν; Ή μήπως απλά απηυδήσαμε με τις άπειρες «μεταμοντέρνες ερμηνείες» που μας σερβίρουν; Δεν έχει σημασία! Αυτό που μετράει είναι ότι πλέον έχουμε άποψη και δε φοβόμαστε να την πούμε.

«Έχουμε δικαίωμα στο γιουχάρισμα!»

Belbo

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
«Οι Πέρσες του Αισχύλου και ο Γκότσεφ»

Advertisements

11 responses to “Το δικαίωμα στο γιουχάρισμα!

  1. Να υποθέσω πως στο post προκρίνεται χρησιμοποιείται (και χρησιμοποιείτε, βεβαίως-βεβαίως) το ¨γιουχάΡισμα» αντί του ορθού «γιουχάισμα» , καθώς το τελευταίο μπορεί κατά καιρούς να το διακρίνει και περίσσια …χάρη; 😆

  2. Αγαπητέ “Lardigos”, θα μπορούσε να είναι και έτσι (συνειδητή επιλογή δηλαδή), αλλά δεν είναι, οπότε well-spotted όπως λέμε και στα Ελληνικά και δε θα γιουχάω το σχόλιό σας!

    Θα με ενδιέφερε όμως και η άποψή σας για την ουσία του κειμένου!

  3. «Μια ταινία» είχε πει κάποτε ο Αμπάς Κιαροστάμι «είναι τόσες όσοι κι οι θεατές της», υπονοώντας φυσικά πως η πρόσληψη ενός έργου τέχνης είναι εξ΄ορισμού υποκειμενική και συνεπώς ως τέτοια (μπορεί να) είναι και μοναδική. Βάσει αυτού μπορούμε να πούμε πως αυθεντική εκδοχή, αυθεντική κριτική, ως η μόνη που κρατά την αλήθεια και την ουσία της, δεν υπάρχει. Εκεί εδράζεται και η μεταμοντέρνα προσέγγιση της Τέχνης, να διασπάσει δηλαδή τη φόρμα, την τυποποίηση που η τελευταία γεννά, και να αναδείξει το υποκειμενικό, το εναλλακτικό, το πρωτότυπο, κυρίως όμως το ατομικό και το σχετικό. Να διαλύσει, με άλλα λόγια, την αυθεντία και την τυραννία που αυτή ασκεί στο νου με την ασύνειδη, προκατασκευασμένη, «ταϊσμένη» δηλαδή άποψη, που δήθεν περνά για δικιά σου.
    Και εκεί εντοπίζεται το πρόβλημα. Καθώς διαλύεται ο κοινός κώδικας επικοινωνίας (το εκάστοτε δηλαδή κοινώς αποδεκτό σύστημα αναφοράς) και αντικαθίσταται με απειράριθμους άλλους, διακινδυνεύεται η δυνατότητα επικοινωνίας στο βαθμό που δεν έχεις (καλή, σαφή, ολοκληρωμένη) πρόσβαση στον εκάστοτε κώδικα. Και καταλήγεις στη σούπα της σχετικότητας.
    Το ωραίο είναι βέβαια πως στην μεταμοντέρνα θεωρία ο θεατής, ο τελικός αποδέκτης του έργου, εξισώνεται με το έργο και την αξία του, καθώς η όποια αντίδρασή του, ακόμη κι η έντονη αποδοκιμασία, είναι απλώς μια εκ των πολλών εκδοχών πρόσληψης, μηδέ εκείνης του καλλιτέχνη εξαιρουμένης! Ή για να το πω με τα λόγια του γνωστού γελοιογράφου Στάθη: αυτό που με εκνευρίζει στον μεταμοντερνισμό είναι πως η απέχθεια μου για το μεταμοντερνισμό μπορεί να θεωρηθεί …μεταμοντερνισμός! [Και κοίτα, βρε παιδί μου, πόσο το απόλαυσε το γιουχάισμα ο πολύς Βασίλιεφ! Το θεώρησε ζωντανή αντίδραση του κοινού, λέει… Ε, αυτός σίγουρα θα το… «γιουχάρηκε» ! 😆 ]
    Κι εδώ ερχόμαστε στο αδιέξοδο της έντονης αποδοκιμασίας κατά την διάρκεια μιας παράστασης (γιατί αν είναι στο τέλος της, ουδείς ψόγος κατ΄εμέ). Τι ακριβώς επιζητείται με την έντονη αποδοκιμασία εν μέση παράσταση; Να σταματήσουν οι σκηνοθετικές, οι υποκριτικές , οι μεταφραστικές ή όποιου άλλου είδους αστοχίες; Και να να γίνει τι; Να υιοθετηθεί άλλη τακτική επί τόπου, εκ των ενόντων κι εκ του προχείρου; Δηλαδή να γίνει το έργο διαδραστικό; ΄Η μήπως να σταματήσει; Προφανώς το μεν πρώτον δεν γίνεται
    καθώς εναλλακτικά σενάρια δεν υπάρχουν, το δε δεύτερο δεν πρέπει επιδιώκεται, αφού δεν λαμβάνει υπόψη τους (όσους εν πάση περιπτώσει) θεατές θέλουν -και πλήρωσαν- να δουν την παράσταση. Εκτός αυτού, η έντονη αποδοκιμασία λειτουργεί διαλυτικά για την -όσο κακή- παράσταση και συνεπώς μόνο χειρότερη μπορεί να την κάνει, και σίγουρα όχι να την βελτιώσει. Και τι να πεις για τον ηθοποιό που φιλότιμα προσπαθεί, πιστός -όπως πρέπει- στα κελεύσματα του σκηνοθέτη; (Για τους ίδιους περίπου λόγους κι ο ενθουσιασμός αποδιοργανώνει. Εκτός κι αν τα κάνουμε όλα Περοκέ και Δελφινάριο…)
    Από την άλλη δεν πρέπει να παραβλέπεται πως όπως και το έμπλεο ενθουσιασμού χειροκρότημα μπορεί να είναι αποτέλεσμα «χειραγώγησης» (δλδ, «με παρασύρει ο ενθουσιασμός του διπλανού μου» ή «βάστα μη με πουν αμόρφωτο» -όπως εύστοχα σημειώνεις), εξίσου μιμητικά λειτουργεί και η αποδοκιμασία! Το πάθος μεταδίδεται και συδαυλίζει όποιο «πρόσημο» κι αν έχει!
    Προσωπικά -για να τελειώσει και το σεντόνι τούτο- προτιμώ είτε να αποχωρώ σιωπηλώς, όταν κάτι δε με εκφράζει (αν και μέχρι τώρα δεν το έχω πράξει ποτέ, σεβόμενος τον κόπο του ανθρώπου επί σκηνής), είτε να αποδοκιμάσω ή να επιδοκιμάσω στο τέλος. Άσε που πιστεύω πως η χειρότερη αποδοκιμασία είναι η νεκρική σιγή. Ούτε μισό χειροκρότημα…

  4. Αγαπητέ Lardigos,

    «Μια ταινία είναι καλή όταν αξίζει το κόστος του φαγητού, του εισητηρίου του κινηματογράφου και της babysitter» είχε πει ο Alfred Hitchcock και νομίζω ότι θα συμφωνήσω μαζί του. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο ο σκηνοθέτης πήγε κοντά ή μακριά από τις συμβάσεις μας, αλλά κατά πόσο αυτό που «δημιούργησε» μας άγγιξε σαν κοινό. Κάθε έργο δημιουργείται σε μία χρονική στιγμή για ένα συγκεκριμένο κοινό: ο Βασίλιεφ ήξερε ότι σκηνοθετούσε ένα έργο για το κοινό της Επιδαύρου και από την αντίδραση του κοινού φαίνεται ότι απέτυχε να ικανοποιήσει τους ανθρώπους που πήγαν να δουν αυτό το έργο. Και βέβαια αν αποτύχεις να συγκινήσεις/κάνεις να σκεφτούν/συμπαρασύρεις το κοινό ποιος ο λόγος να το κάνεις; Το κοινό δεν ενοχλήθηκε επειδή ο Βασίλιεφ πήγε ενάντια στις συμβάσεις, γιατί άλλωστε τα πράγματα που έκανε δεν ήταν και δραματικά πρωτοποριακά και σοκαριστικά. Το κοινό ενοχλήθηκε επειδή ο Βασίλιεφ του παρουσίασε μια παράσταση κουραστική και χωρίς καμία συνοχή η οποία δεν το άγγιξε.

    Έπρεπε όμως το κοινό ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση να αποδοκιμάσει κατά τη διάρκεια της παράσταση; Αν και δεν είμαι οπαδός των «γηπεδικού» τύπου αντιπαραθέσεων, πιστεύω ότι είναι η υγιής αντίδραση ενός κοινού που αρχίζει να ωριμάζει από τη μία και να κουράζεται από την άλλη με τις «προσωπικές» αναζητήσεις του κάθε σκηνοθέτη που φαίνεται να το αγνοεί και να μην το σέβεται. Ακόμη και η αντίδραση του «Βασίλιεφ» που ούτε λίγο ούτε πολύ είπε ότι χάρηκε με την αντίδραση του κοινού δείχνει μια περιφρόνηση, γιατί φυσικά 15,000 άνθρωποι δεν ταξίδεψαν τόσα χιλιόμετρα για να γίνουν «πειραματόζωα» στα χέρια του κάθε Βασίλιεφ, αλλά μάλλον για να δουν μια παράσταση που άξιζε τα χρήματα του εισητηρίου, όπως θα έλεγε και ο Hitchcock…

  5. Παράθεμα: Κριτική: οι Πέρσες του Αισχύλου και ο Γκότσεφ « Η ζωή μόνο έτσι ειν’ ωραία by Belbo

  6. μιας και σήμερα το διάβασα, επ’αφορμή του κειμένου για τους Πέρσες, να πω ότι συμφωνώ με τον Lardigo και να προσθέσω κάτι σε σχέση με αυτό που λες εσύ στο τέλος.
    Λες: […]γιατί φυσικά 15,000 άνθρωποι δεν ταξίδεψαν τόσα χιλιόμετρα για να γίνουν “πειραματόζωα” στα χέρια του κάθε Βασίλιεφ, αλλά μάλλον για να δουν μια παράσταση που άξιζε τα χρήματα του εισητηρίου[…]
    Κι όμως, αγαπητέ μου Belbo, αυτοί όμως οι 15.οοο άνθρωποι αγόρασαν (και εξάντλησαν) τα εισιτήρια προκειμένου να δουν μια παράσταση που σκηνοθετούσε ο Βασίλιεφ. Δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν; Γιατί όταν πας να δεις Βασίλιεφ, γνωρίζεις πως πας να δεις πειραματικό θέατρο και είσαι κι εσύ μέρος του πειράματος. Αλλιώς, ας διάλεγες κάτι άλλο!
    Όχι;
    Δεν νομίζω πως έχουμε τόση πια γνώση που να μας επιτρέπει να έχουμε ιδιαίτερη ευαισθησία σε σχέση με το αρχαίο θέατρο…όχι παραπάνω δηλαδή απ’ότι με το σύγχρονο θέατρο.
    Απλά είμαστε λίγο συντηρητικοί και δεν θέλουμε να το δεχτούμε κιόλας… 😦
    απαιτούμε σεβασμό στα μάρμαρα της Επιδαύρου (για όνομα δηλαδή), απαιτούμε σεβασμό σε αυτό που μας έχουν διδάξει πως είναι ο αρχαίος λόγος και ας μην το έχουμε ακούσει ποτέ αυτούσιο.
    Εμένα μου φτάνει, για αρχή, να ακούγεται ξεκάθαρα ο λόγος του Ευριπίδη (και σε αυτό ο Βασίλιεφ απέτυχε). Από κει και πέρα η κριτική μου θα είναι στην προσέγγιση (φυσικά) και στην ιδεολογία (μιας και αυτός είναι ο στόχος του θεάτρου) που προάγεται κάθε φορά! Και σε αυτά, το γιουχάισμα περιττεύει (όσο κι αν με ενοχλεί και μένα αυτό το παρατεταμένο χειροκρότημα σε πασιφανώς βλακώδεις παραστάσεις από ανθρώπους που τους άκουγες πριν να γκρινιάζουν για την παράσταση)!
    Σεντονάκι!!!!!

  7. Μπαλονάκι,

    Με πολύ χαρά βλέπω ότι τα κείμενά μου παραμένουν επίκαιρα 🙂

    Έχουμε πολύ σημαντική παράδοση στο συγκεκριμένο χώρο (Ροντήρης, Μινωτής κτλ) και θα έπρεπε να διδάσκουμε τον κόσμο Αρχαία Τραγωδία: ακόμη και η σχέση της γλώσσσας είναι μοναδική έχουμε τη χαρά να ακούμε το κείμενο στην πιο «συγγενική» του προσέγγιση από οποιοδήποτε άλλο λαό.

    Δυστυχώς αυτή η παράδοση χάθηκε: οι ιστορικές παραστάσεις του παρελθόντος απέχουν πολύ από τα πράγματα που βλέπουμε σήμερα αν και συνεχίζουμε να βλέπουμε και καλές παραστάσεις.

    Σ’ αυτό που το κοινό αρχίζει να αντιδρά (και καλά κάνει!) είναι στις μεταμοντέρνες «σούπες» που του σερβίρονται. Ο μεταμοντερνισμός έγινε η «ομπρέλα» κάτω από την οποία κρύφθηκε η προχειρότητα, η αρπαχτή και η έλειψη έμπνευσης, όλα όμορφα συσκευασμένα σαν πρωτοπορία. Όπως χαρακτηριστικά τα περιγράφει ο Γεωργουσόπουλος: «πασαλείμματα», «γιαλαντζή μοντερνισμός» και «μεταμοντέρνα καραγκιοζιλίκια”. Μόνο… που ο κόσμος έχει αρχίσει και το παίρνει χαμπάρι: υπάρχει ένα κοινό της Επιδαύρου πλέον, που έχει αρκετή εμπειρία και χαρακτήρα για να κρίνει αυτό που βλέπει.

    Πίστεψέ με, έχω δει τις περισσότερες από τις παραστάσεις που ανέβηκαν στην Επίδαυρο τα τελευταία χρόνια και έχει τύχει να δω και μερικές από τις σημαντικότερες παραστάσεις που έχουν ανέβει στο αρχαίο θέατρο γενικά (πχ. τον Sir Peter Hall να ανεβάζει Οιδίπους Τύραννο & επί κολωνώ πριν από 12 χρόνια – η καλύτερη ίσως παράσταση που έχω δει στην Επίδαυρο): οι καλές παραστάσεις ξεχωρίζουν και το κοινό τις καταλαβαίνει και τις αγκαλιάζει αμέσως (ασχέτως αν είναι παραδοσιακές ή μοντέρνες στην προσέγγισή τους). Ας μην μπερδεύουμε το μοντέρνο με το πασάλειμα, δεν έχουν καμία σχέση… φιλικά,

  8. Κοίτα να δεις…εγώ με τον μεταμοντερνισμό δεν τα έχω καθόλου καλά…οκ! Αλλά ενοχλούμαι από απαξιωτικές κριτικές που καταλήγουν αφορισμοί!
    Ειδικά από τον Γεωργουσόπουλο που τα τελευταία χρόνια «ανεβάζει» μόνο παραστάσεις που παίζουν οι φίλοι του! Πέρυσι π.χ. έθαψε τον Βασίλιεφ και τον Λιγνιάδη (δικαίωμα του να μην του αρέσουν αλλά αυτά που έγραφε ήταν ανυπόστατα…μείωνε το συνολικό έργο τους για να δικαιώσει την κριτική του) και εκθείασε τον Κιμούλη (που κατά τη γνώμη μου ήταν απαράδεκτος).
    Το τι διάβασα φέτος για την Άλκηστη…δεν περιγράφεται…πήγαινε μια βόλτα από τις κριτικές του κοινού στο Αθηνόραμα και θα καταλάβεις τι εννοώ!
    Και εγώ ενθουσιάστηκα από την παράσταση αυτή…και όσοι έστειλα να την δουν μου είπαν τα ίδια!
    Ό,τι δεν είναι σύμφωνα με τις «κλασσική διδασκαλία» δεν είναι κατ’ ανάγκη «μεταμοντέρνο» . Ειδικά όταν τον όρο αυτό τον χρησιμοποιούμε για να απαξιώσουμε κάτι! Και ο Γεωργουσόπουλος π.χ.το κάνει κατά κόρον!
    Τελικά αποφασίζω να διαβάζω κριτικές από μπλογκερς που εκτιμώ πως έχουμε παρόμοια ματιά ή που μπορώ να το συζητήσω (όπως εσύ). Σου προτείνω λοιπόν και τον Ardalion που πρόσφατα ανακάλυψα και βλέπω πως γενικά συμφωνώ! Νομίζω θα σ’αρέσει! Έχει και μια ψύχραιμη κριτική στους Πέρσες…αρνητική αλλά χωρίς αφορισμούς!

  9. Μπαλονάκι,

    Σε καμία περίπτωση δεν είμαι εναντίον του μοντερνισμού ή της καινοτομίας (νομίζω εμφανές από αρκετές από τις επιλογές μου) τόσο στο θέατρο όσο και γενικά στην τέχνη, είμαι εναντίον του ανέμπνευστου και του βαρετού που πωλείται σαν καινοτομία.

    Ο Γεωργουσόπουλος είναι μεγάλος δάσκαλος και από τους σημαντικότερους ανθρώπους του θεάτρου που έχουμε (αναφέρομαι και στη δουλειά του σα μεταφραστής). Τα κείμενά του είναι εξαιρετικά και έχω κερδίσει πολλά πράγματα διαβάζοντάς τον. Επίσης δεν είναι καθόλου εναντίον της καινοτομίας: έχει στηρίξει πολύ δύσκολες και καινοτόμες παραστάσεις όταν θεωρεί ότι κομίζουν κάτι. Επίσης δε στηρίζει παραστάσεις που παίζουν φίλοι του: η περίπτωση του Λιγνάδη είναι χαρακτηριστική μιας και τον είχε στηρίξει στο παρελθόν και από όσο ξέρω γνωρίζεται καλά και με τον πατέρα του. Απλά μετά από τόσα χρόνια έχει το θάρρος της γνώμης του και κάνει τη δουλειά του σαν κριτικός.

    Το πρόβλημα με το Λιγνάδη για παράδειγμα είναι ότι έφτοιαξε μια παράσταση «για τα πανηγύρια» και έδωσε το όνομα «Βάτραχοι-X» (ο κόσμος περίμενε να δει Αριστοφάνη) αντί να δώσει το όνομα «Λιγναδιάδα» ή οτιδήποτε άλλο. Έτσι ο κόσμος πήγε να δει Αριστοφάνη, έπεσε πάνω στα μπουζάκια και φυσικά αντέδρασε (και καλά έκανε!), φιλικά,

  10. Συμφωνώ με τη στάση απέναντι στο μοντέρνο και καινοτόμο.
    Για τον Γεωργουσόπουλο πάλι, διατηρώ τις (πολλές ομολογουμένως) επιφυλάξεις μου! Είναι και αυτό το άτιμο το γήρας…και η εγωπάθεια! Γνώμη μου βέβαια!
    Δεν υπερασπίζομαι τον Βασίλιεφ ή τον Λιγνάδη ή τον Γκότσεφ! Απλά λέω πως οι αφορισμοί στο σύνολο του έργου τους για να δικαιώσουμε μια κριτική που κάνουμε στο σήμερα, ναι αυτό με ενοχλεί!
    Το να μην αρέσει κάτι το σέβομαι. Ας σεβαστεί όμως και ο θεατής που δεν του αρέσει αυτό που βλέπει, εμένα που μου αρέσει! Άλλωστε η παράσταση δεν μπορεί να αλλάξει εν τω μέσο της! Νες πα;
    Και επαναφέρω αυτό που ορθά είπε και στην αρχή ο Lardigos (aka Σύκο):
    «Προσωπικά -για να τελειώσει και το σεντόνι τούτο- προτιμώ είτε να αποχωρώ σιωπηλώς, όταν κάτι δε με εκφράζει (αν και μέχρι τώρα δεν το έχω πράξει ποτέ, σεβόμενος τον κόπο του ανθρώπου επί σκηνής), είτε να αποδοκιμάσω ή να επιδοκιμάσω στο τέλος. Άσε που πιστεύω πως η χειρότερη αποδοκιμασία είναι η νεκρική σιγή. Ούτε μισό χειροκρότημα…»
    Κάθε τι άλλο δεν έχει νόημα κατ’ εμέ!

  11. Μπαλονάκι,

    Για το Γεωργουσόπουλο έχω ακούσει πολλές ιστορίες (από ανθρώπους που υποτίθεται είναι κοντά του και τον έχουν γνωρίσει καλά) και κυμαίνονται από ύποπτες μέχρι επιστημονική φαντασία. Κρίνω τους ανθρώπους σε πρώτο επίπεδο και όχι από φήμες. Ένας καλός φίλος που τον είχε καθηγητή μου έχει πει ότι ήταν από τους καλύτερους που είχε, οι κριτικές του είναι γενικά εξαιρετικές, έχει προσφέρει πολλά, μου φτάνει και δε θα τον μηδενίσω (σύμφωνα με την προσφιλή τακτική των τελευταίων χρόνων).

    Στο θέατρο τα πράγματα είναι ζωντανά: όπως υπάρχει το χειροκρότημα υπάρχει και το γιουχάρισμα. Αυτό από αρχαιοτάτων χρόνων: στην εποχή του Κλησθένη θεωρείτο δημόσιο καθήκον το χειροκρότημα ή το σφύριγμα του κοινού σε μια παράσταση. Αυτή είναι η ζωντανή σχέση που έχει το κοινό με το θίασο, γιατί να την ευνουχίσουμε πηγαίνοντας σε μια αποστειρωμένη («πολιτικώς ορθή») προσέγγιση; δεν είμαι εκεί, φιλικά,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s