“Crash course” στο αρχαίο δράμα

ceb1cf81cf87ceb1ceafcebf-ceb4cf81ceaccebcceb1.jpg

Ο Γεωργουσόπουλος πέρα και από οτιδήποτε άλλο είναι ένας εξαιρετικός δάσκαλος. Το ξέρουν όσοι είχαν την τύχη να τον έχουν καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, το ξέρουμε και όλοι εμείς που τον διαβάζουμε συστηματικά. Το κείμενό του αυτό από ΤΑ ΝΕΑ είναι πραγματικά εξαιρετικό γιατί συμπυκνώνει μέσα σε λίγες γραμμές την ιστορία της σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος, μαζί με μερικές σημαντικές σκέψεις για το παρόν και το μέλλον του, κρατήστε το.

Ενάντια στη θολούρα

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

Το πρόβλημα της σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος είναι πάντα ζέον και επίκαιρο. Ομως κάποτε θα πρέπει να διαλυθεί η σύγχυση που διοχετεύεται κάθε τόσο, κυρίως για να προβοκάρει τις τεκμηριωμένες απόψεις πάνω σ΄ αυτό το θέμα.

Με την ευκαιρία που για 56η χρονιά συνεχίζεται η εποποιΐα της Επιδαύρου (και μη μου πείτε πως δεν είναι εποποιΐα οι 450 παραστάσεις των 44 όλων κι όλων δραμάτων που μας κληροδότησε η αρχαία Ελλάδα), καλό είναι να ξεμπροστιάσουμε τους ανιστόρητους και αστοιχείωτους που ψαρεύουν στα θολά.

Δεν έχω χώρο ώστε άλλη μια φορά να ξεδιπλώσω την ερμηνευτική ιστορία από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ενα μόνο θα τονίσω, που είναι και ο καμβάς των σκέψεων που θα ακολουθήσουν. Και ο Θωμάς Οικονόμου (1903) και ο Χρηστομάνος (1901-1906) και ο Φώτος Πολίτης (1919, 1932) και οι Σικελιανοί (1927, 1930) και ο Καραντινός (1941-43) είχαν άποψη, τελείως διαφοροποιημένη ο ένας από τον άλλον, προσωπική, έστω κι αν μερικοί τροποποιούσαν ή προσάρμοζαν στα καθ΄ ημάς ευρωπαϊκές εξπρεσιονιστικές συμβολικές ή αρχαιολογικές προσεγγίσεις.

Θα μείνω στις προτάσεις που πέρασαν ή κωδικοποιήθηκαν στην Επίδαυρο από τον πρώτο «Ιππόλυτο» του 1954. Ποιες ερμηνευτικές απόψεις κυριαρχούν αυτά τα χρόνια και δεν θα μείνω στους ζωντανούς αλλά μόνο σε όσους άφησαν τετελεσμένο στίγμα ή έπαψαν πια να σκηνοθετούν. Εχουμε λοιπόν και λέμε: Ροντήρης, Μινωτής, Μουζενίδης, Κωστής Μιχαηλίδης, Αλ. Σολομός, Καραντινός, Καρζής (εκτός Επιδαύρου- αλλά με απόλυτη άποψη), Κ. Μπάκας, Μίνως Βολανάκης, Γ. Σεβαστίκογλου και βέβαια Κάρολος Κουν, Γ. Λαζάνης, Μ. Κουγιουμτζής. Οι χονδρέμποροι της θεατρικής θεωρίας και ιστορίας αρέσκονται να κωδικοποιούν δύο μόνο σχολές: «Εθνικού Θεάτρου»- «Θεάτρου Τέχνης» και τάχα παραλλαγές τους. Αλλά δεν είναι έτσι. Εν πρώτοις η άποψη των Σικελιανών μ΄ όλο τον ερασιτεχνισμό της είχε πυρήνα αξιοποιήσιμο που βρήκε δύο συνεχιστές, με διαφορετική όμως ο καθένας αισθητική. Ο Καρζής και ο Καραντινός, διεκδικώντας μια αυθεντική προσέγγιση βάσει των αρχαιολογικών και φιλολογικών πηγών, διαμόρφωσαν μια μέθοδο διδασκαλίας τελεστικής ερμηνείας με κοθόρνους, αυλό, προσωπεία, προσωδιακή απαγγελία και ιερατική κίνηση. Παρόλη την αρχαιοπρεπή του αρματωσιά ο Καρζής έτεινε σε μια λαϊκότερη παρουσίαση, ενώ ο Καραντινός σε μια ποιητικότερη και συμβολικότερη. Και οι δύο απαιτούσαν απόλυτο άδοντα χορό και σχηματική (βάσει των αγγείων) όρχηση. Αυτή η άποψη που εδώ και λοιδορήθηκε και χλευάστηκε, όταν ήρθε με το αγγλικό κύρος του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας στη μετάφραση του Τόνι Χάρισον και με σκηνοθέτη τον Πίτερ Χολ, θεωρήθηκε πρωτοπορία.

ΟΡοντήρης μπήκε στην Επίδαυρο με τελειωμένο κώδικα, αφού είχαν προηγηθεί «Ηλέκτρα» (1936), «Ιππόλυτος» (1937), «Πέρσες» (1939), «Ορέστεια» (1949). Μόνο ανίδεοι και προχειρολόγοι είναι όσοι ισχυρίζονται πως ο Ροντήρης μετέφερε στην Ελλάδα την άποψη του δασκάλου Ράινχαρτ. Τρανή απόδειξη. Περιόδευσε με το «Πειραϊκό Θέατρο» σε Ευρώπη, Ασία, Αίγυπτο, Βόρειο και Νότιο Αμερική. Στο αρχείο του θεάτρου αυτού υπάρχουν πάνω από 700 κριτικές και πάνω από 350 κριτικές από είκοσι μεγάλες πόλεις της Γερμανίας. Κανείς, μα κανείς κριτικός Γερμανός, Ολλανδός, Αυστριακός, Ούγγρος δεν αναφέρθηκε ούτε ως υπαινιγμό σε οποιαδήποτε οφειλή του Ροντήρη στον Ράινχαρτ. Η ρυθμική συνεκφώνηση των χορικών (που λοιδορήθηκαν ως ξεπερασμένα το 1938, θεωρήθηκαν μεταμοντέρνα πρωτοπορία στην «Ορέστεια» του Στάιν το 1985 και μόλις πέρυσι στους «Πέρσες» του Γκότσεφ!!) ξεκινούσε από τα στιχηρά της ορθόδοξης λειτουργίας, τις αγγελικές ρήσεις από την ανάγνωση του Ευαγγελίου και των αποστολικών αποσπασμάτων, το μέλος και η όρχηση από αναλυμένες φόρμες δημοτικού άσματος και καλαματιανού. Οταν το 1986, σε μνήμη Ροντήρη στους Δελφούς, η Παπαθανασίου, η χορογράφος Λουκία, ο συνθέτης Κυδωνιάτης και ο υπογραφόμενος παρουσιάσαμε σε διεθνές ακροατήριο ειδικών τη μέθοδο Ροντήρη με παραδείγματα, ο Τόνι Χάρισον όρθιος και ενθουσιασμένος φώναζε: «Αυτό είναι η λύση!». Οταν ο Καζάκος και η Καρέζη κάλεσαν τον μεγάλο Ολεγκ Εφραίμοφ να ανεβάσει την «Ηλέκτρα» (πριν από τον επιπόλαιο, τότε, μετανοήσαντα τώρα, Στούρουα) και του ανέλυσα τον τρόπο Ροντήρη, αρνήθηκε να αναλάβει την παράσταση, όταν μάλιστα επισκέφθηκε την Επίδαυρο και συσχέτισε τον νατουραλισμό του με το μέγεθος και τις απαιτήσεις του χώρου. Ο Καζάκος μάρτυρας.

Ο Κουν έφερε στην Επίδαυρο (με μόνα προηγούμενα τον «Πλούτο» (1957), τους «Ορνιθες» (1959-61) και τους «Πέρσες» (1964) και «Οιδίποδα τύραννο» στο κλειστό του Υπογείου), την ανατολίτικη ηχητική και χρωματική του παλέτα. Καραγκιόζης, κωμωδίες της μπάτας, παζάρι, ρεμπέτικο, λαϊκές λιτανείες, παιδικά παιχνίδια, λαϊκές αγορές και οι τύποι τους, αλλά και ταφικά λαϊκά έθιμα, τρισάγια και προσκυνήματα στα πανηγύρια των μοναστηριών. Αυτή την άλλη, βαθιά επίσης, παράδοση αξιοποίησε και δόξασε κυρίως στον Αριστοφάνη και από τις τραγωδίες του στις «Βάκχες» και στις «Χοηφόρες». Τα χορικά των «Περσών» και η μουσική των μυστών στους «Βατράχους» οφείλουν τα πάντα στον ανατολίτικο μυστικισμό των μυστηρίων του Γιάννη Χρήστου.

ΟΜουζενίδης, ο Κ. Μιχαηλίδης συντήρησαν την άποψη Ροντήρη, ο Μινωτής, όπως δήλωνε, δεν είχε σκηνοθετική άποψη αλλά υποκριτική κι όπως μπορούσε, πλην Παξινού, την ακολουθούσε. Ο Μπάκας, ο Λαζάνης, ο Κουγιουμτζής επεξέτειναν την άποψη Κουν. Ο Βολανάκης, ο Σεβαστίκογλου, μαθητές του Κουν προτίμησαν έναν εκλεκτικισμό ο πρώτος με ανατολίτικα τελεστικά στοιχεία, ο δεύτερος με μπρεχτική διαλεκτική.

Ομέγας Αλέξης Σολομός ανάστησε και έστησε ζωντανό ανάμεσά μας τον συκοφαντημένο Αριστοφάνη και τόλμησε στις τραγωδίες να βάλει στην Επίδαυρο τον «άλλον» ήχο του Ιάννη Ξενάκη.

Αυτοί πρωτοπόροι έως το 1990 κυριάρχησαν και δημιούργησαν την ποικιλία των αυθεντικών απόψεων και των ευφυών προσμείξεων.

Πού είναι η παρεξήγηση ή η θολούρα των προκαλούντων. Νομίζουν πως όταν μιλάμε για την άποψη Ροντήρη, Κουν, Βολανάκη, Καρζή επιθυμούμε να αναβιώσει ή να επανέλθει η αισθητική και ιδεολογική τους πρόταση. Οποιος τολμήσει σήμερα να αναβιώσει την άποψη Ροντήρη ή Κουν είναι απλώς ΒΛΑΞ. Και βλαξ είναι όποιος έτσι διαβάζει τις απόψεις μας.

Αλλο λέμε: Αυτοί οι μορφωμένοι και ταμένοι άνθρωποι είχαν ΑΠΟΨΗ, εφεύραν φόρμα, εφάρμοσαν μέθοδο. Ε! λοιπόν ψάχνουμε σήμερα να βρούμε νέες προσεγγίσεις, νέες προτάσεις, νέες αυθεντικές φόρμες. Και βρίσκουμε στραπατσάδα με πολλά τσόφλια. Αυτοί ήταν μεγάλοι γιατί τόλμησαν. Ποιος βλαξ σήμερα θα έγραφε ποίηση α λα Καβάφη, Σικελιανό, Εγγονόπουλο και Σαχτούρη. Ποιος όμως θα αρνηθεί πως ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Σαχτούρης, ο Εγγονόπουλος είναι μεγάλοι ποιητές;

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4582798

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s