Ο Ταξιτζής του Σκορτσέζε

taxi_driver_scorsese.jpeg

Από το Δικαιόπολι

Είναι κοινοτυπία να σημειώσουμε ότι το μέγιστο και, ίσως το μοναδικό κριτήριο, για την αξία ενός έργου τέχνης είναι ο χρόνος. Ο χρόνος καταξιώνει ή καταδικάζει την καλλιτεχνική δημιουργία και όχι τα βραβεία των κριτικών επιτροπών ή, ακόμη χειρότερα, η εμπορική απήχηση. Το θεμελιώδες αυτό κριτήριο ικανοποιούν και οι μεγάλες ταινίες. Ο «Πολίτης Κέην» του Όρσον Γουέλς, ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» του Βιττόριο ντε Σίκα, το «Οκτώμισι» του Φρεντερίκο Φελλίνι, ο «Δεσμώτης του Ιλίγγου» του ‘Αλφρεντ Χίτσκοκ, τα «400 χτυπήματα» του Φρανσουά Τρυφώ, το «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ και τόσες άλλες. Στη λίστα αυτή των σπουδαίων ταινιών νομίζουμε ότι εξέχουσα πλέον θέση καταλαμβάνει δικαιωματικά και μία ταινία του 1976, το φιλμ του Μάρτιν Σκορτσέζε «Taxidriver»

Φαινομενικά πρόκειται για μία απλή ιστορία. Ένας μοναχικός άνθρωπος ενώ βυθίζεται σε ένα φανταστικό κόσμο αναζητεί ταυτόχρονα απεγνωσμένα ένα στόχο, μία σανίδα σωτηρίας, το ίδιο το νόημα της ζωής. Ο ήρωας, Τράβις Μπίκελ (Ρόμπερτ ντε Νίρο στα πρώτα βήματα μιάς μεγαλειώδους καριέρας), ένας μοναχικός άνθρωπος, κουβαλώντας μάλλον τα τραύματα από την θητεία του στους πεζοναύτες, αναλώνει τον χρόνο του σε άσκοπες νυχτερινές περιπλανήσεις σε μία πόλη εχθρική. Μια πόλη κυρίαρχη σε όλη την ταινία με τους βρώμικους δρόμους, («Mean Streets» αναφορά προφανής σε προηγούμενη ταινία του Σκορτσέζε), τα νυχτερινά κλαμπ, τα πορνοσινεμά, και όλους τους απίθανους τύπους που κυκλοφορούν μόλις πέσει το σκοτάδι. Καθώς ασφυκτιά και νοιώθει αποκλεισμένος προσπαθεί να βρει διέξοδο στην σχέση του με μια νεαρή και πανέμορφη εθελόντρια (η ) αλλά μέχρις εκεί. Όταν διαπράττει το μοιραίο λάθος και στην πρώτη τους έξοδο την οδηγεί σε ένα πορνοσινεμά φυσιολογικά κάθε σχέση μεταξύ τους διακόπτεται. Εν τέλει η διέξοδος έρχεται αναπάντεχα: η διάσωση μιας ανήλικης πόρνης, (πρώτη εμφάνιση της δωδεκάχρονης τότε Jodie Foster.) έπειτα από ένα λουτρό αίματος στην μάχη με αδίστακτους προαγωγούς της.

Η υπέροχη και πρωτοποριακή για την εποχή της ταινία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα : την αλήθεια και την ακρίβεια της.

Ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ αναφέρει ότι η ιδέα της ταινίας προήλθε από ένα προσωπικό του βίωμα. Στα 1973, μια πολύ δύσκολη χρονιά γι’ αυτόν, ζούσε στο Λος Αντζελες όπου τις νύχτες οδηγούσε διαρκώς καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και μετά καταπονημένος κατέληγε σε ένα από τα πορνοσινεμά της πόλης που έπαιζαν 24 ώρες. Το πλήρωσε με ένα έλκος στομάχου και στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν φαντάστηκε τον εαυτό του «σαν ταξιτζή να κινείται μέσα στο μεταλλικό του φέρετρο στους δρόμους της πόλης. Φαινομενικά ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά απολύτως και ολοκληρωτικά μόνος».

Όμως αυτό που καθορίζει την ταινία είναι η συναρπαστική κινηματογράφηση της ιστορίας από τον Σκορτσέζε. Ο ήρωας ισορροπεί με δυσκολία μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, κινείται διαρκώς στα όρια, μία λεπτή γραμμή μόλις χωρίζει από την σωτηρία ή την καταστροφή. Λίγο πριν από την τελική μάχη με τους προαγωγούς της ανήλικης πόρνης διερωτάσαι ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του σε μία κορύφωση αγωνίας που ταιριάζει σε φιλμ – νουάρ.

Όλη η παράνοια της αμερικανικής κοινωνίας αποτυπώνεται με απίστευτη δεξιοτεχνία στις προσωπικές στιγμές του ήρωα όπου συνομιλεί μέσα στην απομόνωσή του με φανταστικούς εχθρούς. Η φράση του «You talkin’ to me?», η ειλικρινέστερη ίσως στιγμή της ταινίας, θα παραμείνει μνημειώδης στην ιστορία του κινηματογράφου ως μια αγωνιώδης προσπάθεια επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Σπάνια μια ταινία ενσωματώνει το φανταστικό στο πραγματικό με τόση ενάργεια και συνεκτικότητα χωρίς να καταφεύγει σε κατασκευές, σπάνια ταινία αποκαλύπτει με τόση ακρίβεια τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας βαθύτατα προσηλωμένης και εν τέλει διαβρωμένης από το κυνήγι του χρήματος. Και το ουσιωδέστερο διατυπώνει τα πάντα με απλότητα εκφραστικών μέσων, με λιτότητα και σαφήνεια.

Ο Σκορτσέζε δίνει μία δική του προσωπική εκδοχή του αμερικανικού ονείρου. Ο ήρωας του δεν κερδίζει χρήμα και δόξα αλλά την ατομική του δικαίωση και την ηθική του καταξίωση. Δεν είναι τυχαίο ότι θα παραμείνει μόνος και στο τέλος. Καταθέτει την ταπεινή συνεισφορά του στην κάθαρση από τα παντός είδους σκουπίδια που μας κατακλύζουν και λεηλατούν την ύπαρξή μας και μας βυθίζουν σε ένα απέραντο ζόφο.

Ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης θα συνεχίσει δημιουργώντας μεγάλες ταινίες με μία απόλυτη ρεαλιστική ματιά. Τι να πρωτοθυμηθούμε: το εξαιρετικό «Οργισμένο Είδωλο» (Raging Bull)από τις κορυφαίες επίσης ταινίες του περασμένου αιώνα «Τα καλά παιδιά» (Goodfellas) την έξοχη επανέκδοση στο «Ακρωτήριο του Φόβου» (Cape Fear)την ταινία εποχής «Τα χρόνια της αθωότητας» (The Age of Innocence)ή τα μουσικά αριστουργήματα:The Last Waltz, No Direction Home, Shine a Light (film) μέχρι το πρόσφατο «Πληροφοριοδότη» (The Departed)

Ευελπιστούμε σε νέες κορυφές. Μάλλον είμαστε βέβαιοι!

Advertisements

2 responses to “Ο Ταξιτζής του Σκορτσέζε

  1. Σχετικά μ’ αυτό που είπες ότι ο χρόνος κρίνει αν μια ταινία είναι μεγάλη ή όχι, ενώ συμφωνώ ότι είναι κριτήριο, ωστόσο, αναρωτιέμαι. Δεν υπάρχουν μεγάλες ταινίες παραγνωρισμένες στις οποίες ο χρόνος δεν απέδωσε τα ανάλογα εύσημα, ίσως γιατί δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς στον καιρό τους?

  2. Mary Ka, προφανώς και υπάρχουν ταινίες ή γενικότερα έργα, τα οποία πρός στιγμή αδικήθηκαν ενώ αντιθέτως, και αυτό είναι το συνηθέστερο, άλλα υπερεκτιμήθηκαν. Αλλά πιστεύω, ότι σε τελευταία ανάλυση, κανένα πραγματικό αριστούργημα δεν ξεχάσθηκε με την πάροδο του χρόνου. Φερ’ ειπείν αναμφισβήτητα ο Ντοστογιέφσκι είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας, ή ο Ρέμπραντ ο μέγιστος ζωγράφος! Φιλικά! Δ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s