Μίλησέ μου για το κέντρο

13524086_balafas.limghandler.jpg?i=aT1maWxlcyUyZm9sZHRhbmVhJTJmZmlsZXMlMmYxJTJmbWVkaWElMmYyMDEyJTJmMTIlMmYyNCUyZjEzNTI0MDg2X2JhbGFmYXMuanBnJnc9NjYwJmg9Mzc2JnN0PXRydWUmYmc9MTY3NzcyMTUmY3I9dHJ1ZSZhdD00

(Η οδός Σταδίου Χριστούγεννα του 1960, φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα)

Εντάξει αφού επιμένεις θα το κάνω.

Πάντα μου άρεσε το κέντρο. Το πιο ζωντανό κομμάτι της πόλης μερικά χρόνια πριν, είχε την πολυπλοκότητα και τις ιδιαιτερότητες μιας πρωτεύουσας που με όλα της τα προβλήματα ήταν σημείο επαφής για μερικά εκατομμύρια ανθρώπους. Σε μια ακτίνα ελάχιστων χιλιομέτρων μπορούσε κανείς να βρει από τα παλιατζίδικα του Μοναστηρακίου, τα καταστήματα της Βουκουρεστίου, τα βιβλιοπωλεία γύρω από την Πανεπιστημίου και την Ακαδημίας, τα καφέ του Κολωνακίου & των Εξαρχίων (ανάλογα με τα γούστα του καθενός), τα φωτογραφικά της Εμμανουήλ Μπενάκη, μεγάλα δισκάδικα (όπως το Τζαζ Ροκ), αλλά και μικρότερα (γύρω από την Κάνιγγος και τα Εξάρχεια), εξειδικευμένα καταστήματα για φοιτητές γύρω από το Πολυτεχνείο και τόσα άλλα.

Η Αθήνα βέβαια ποτέ δεν ήταν απρόσωπη επίσης. Ήταν η Αθήνα της ελίτ που σύχναζε στο Zonar’s, της γενιάς του ’30 (στο πατάρι του Λουμίδη), του Ταχτσή (στο Μπραζίλιας), του Φρέντυ Γερμανού (στην Εστία), των φοιτητών (γύρω από το Πολυτεχνείο, στο Φλοράλ ή στο Πνευματικό κέντρο), η εναλακτική των Εξαρχίων και πάει λέγοντας. Με λίγα λόγια κομμάτι της γοητείας της πόλης είναι η ιστορία της και η διαρκής διασύνδεσή της με το παρελθόν και με τις μορφές και τάσεις που τη διαμόρφωσαν.

Ήταν ωραίο να κάνεις βόλτα στην Αθήνα και ξεκινώντας από την πλατεία Συντάγματος να κατεβαίνεις την Πανεπιστημίου (ή να «κόβεις» από τη Βουλής), να χαζεύεις βιτρίνες, να κάνεις μια στάση στον Ελευθερουδάκη για βιβλία, να περνάς στην Ακαδημίας και να χαζεύεις δίσκους κλασσικής στη στοά της Όπερας και να συνεχίζεις στη Σόλωνος, να περνάς λίγο από Κολωνάκι στα γρήγορα και μετά να κατηφορίζεις προς το Πολυτεχνείο, καταλήγοντας στο Μουσείο ή στα Εξάρχεια για καφέ. Ήταν ωραία βόλτα και ιδιαίτερα όταν έκανε καλό καιρό δε σου έκανε καρδιά να σταματήσεις το περπάτημα.

Αλλά μ’ έπιασε η νοσταλγία και πάλι. Ναι αυτή ήταν η Αθήνα, αλλά όπως μου είπε σήμερα ο φίλος μου ο Γιάννης καθώς ανεβαίναμε την Πανεπιστημίου «δε βλέπεις τι γίνεται γύρω σου;» και μ’ έβαλε σε σκέψεις.

Βρωμιά παντού, λίγος κόσμος κι αυτός αγχωμένος (ανάμεσά τους μερικοί τουρίστες που σταδιακά ανακαλύπτουν το λάθος τους να αφιερώσουν μια ημέρα στο κέντρο και ψάχνουν τρόπο διαφυγής), χυδαία συνθήματα στους τοίχους, ψηλά στην Πανεπιστημίου μια τσιγγάνα μας ζητάει επίμονα χρήματα, στην Πανεπιστημίου ένας ναρκομανής παίρνει μια οικογένεια από πίσω φωνάζοντάς τους, άστεγοι κυλιούνται στα πεζοδρόμια, μυρωδιά ούρων, κλειστά καταστήματα παντού.

Ναι μ’ ενοχλούν τα κλειστά καταστήματα και όχι δεν τα θεωρώ κάτι δευτερεύων ή ήσσονος σημασίας. Είναι κομμάτι της ζωής της πόλης, δεν είναι κάτι ξένο, ούτε αδιάφορο, είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που της δίνουν ζωή και το να τα βλέπεις το ένα μετά το άλλο κλειστά στον κεντρικότερο δρόμο της πόλης είναι αποκαρδιωτικό.

Μπαίνω στον Ελευθερουδάκη: από το εντυπωσιακό 8-όροφο κατάστημα που ξέραμε και μετά από διαδοχικές μεταφορές έχει επιστρέψει στο παλιό του κτήριο. Έχει κρατήσει μόνο το ισόγειο και τον ημιόροφο. Τα πάντα στριμωγμένα σε λίγα τετραγωνικά, η υπάλληλος με ενημερώνει ότι αυτό έχει απομείνει πλέον, αυτό είναι, ο Ελευθερουδάκης με την πλούσια συλλογή, τα ξενόγλωσσα, τις ωραίες δικές του εκδόσεις, μια σκια του παλιού του εαυτού. Το Metropolis στη γωνία Πανεπιστημίου & Εμμανουήλ Μπενάκη (μετεξέλιξη του καταστήματος της Ομόνοιας) κλειστό, όλα σχεδόν τα καταστήματα Παπασωτηρίου εξαφανισμένα, η Εστία κλειστή, για να αναφερθώ μόνο στα βιβλιοπωλεία. Τα δισκάδικα είχαν έτσι κι αλλιώς φάει την χαριστική βολή πολύ νωρίτερα: με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις στη Διδότου και 1-2 καταστήματα στη στοά της Όπερας, δεν έχει απομείνει τίποτα. Ανάλογη εικόνα και για όλα τα υπόλοιπα καταστήματα.

Ναι οικονομική κρίση, ο κόσμος δεν έχει χρήματα, ζορίζεται, ξοδεύει λιγότερο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: το κέντρο εγκαταλείπεται. Όλο και περισσότερος κόσμος μένει εκτός, όλο και περισσότεροι περνάνε χρόνο στα Προάστια. Τα ανίψια μου δεν έχουν κατέβει σχεδόν ποτέ στο κέντρο, το αποφεύγουν, είναι γι’ αυτά κάτι ξένο, το ίδιο και τα περισσότερα παιδιά κάτω των 20 που ξέρω. Αν δεν φοβούνται, τους είναι αδιάφορο, δεν τους λέει τίποτα.

Κι όμως, στο κέντρο γνώρισα το φίλο μου το Γιάννη που μένει Κορυδαλλό και δε θα γνωριζόμασταν αλλιώς γιατί μένουμε σε εντελώς διαφορετικές συνοικίες, και δε θα γινόμασταν φίλοι και δε θα κάναμε ατελείωτες συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων για χρόνια. Εκεί πρωτοείδα Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο (στην Έλλη) κι ανακάλυψα ότι προτιμώ τις Ευρωπαϊκές ταινίες και μου αρέσει ο Βέντερς και μερικές φορές κι ο Τρυφώ. Εκεί πρωτοέψαξα την εναλλακτική μουσική και ανακάλυψα στην αρχή τους Smiths και μετά τη σκηνή του Μάντσεστερ και την Βρετανική ποπ και όλα τα υπόλοιπα που έντυσαν μουσικά τα νιάτα μου. Και τίποτα από τα παραπάνω δε θα μπορούσα να κάνω αν έμενα κολλημένος στο προάστιό μου.

Θέλω να πω: το κέντρο πέρα από οτιδήποτε άλλο ήταν και παραμένει ένα σημείο συνάντησης και ανακάλυψης πραγμάτων που πουθενά αλλού δεν είναι δυνατά παρά μόνο στην καρδιά της πόλης. Από αυτή την άποψη δεν είναι, ούτε πρόκειται ποτέ να αντικατασταθεί από κανένα Προάστιο ή εμπορικό κέντρο τύπου Mall απλά και μόνο γιατί έχει να προσφέρει μια ιδιαιτερότητα, πολυπλοκότητα και ποικιλομορφία που είναι δυνατή στα πλαίσια μιας συνοικίας.

Αλλά έλεγα ότι το εγκαταλείπουμε κι ότι όλο και λιγότερος κόσμος καταλήγει να ανακαλύπτει και να εκτιμά τις γωνιές και τα ιδιαίτερά του σημεία. Κι όσο το εγκαταλείπουμε εμείς τόσο το καταλαμβάνει το περιθώριο. Το περιθώριο που από την Αγ, Κωνσταντίνου και την Πλατεία Βάθης αρχικά, ανέβηκε στην Ομόνοια, προχώρησε στην Κάνιγγος, κατέλαβε το χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο και σταδιακά το Μουσείο κι τόσες άλλες περιοχές, όλα τα φανάρια και τις διασταυρώσεις, τις γωνίες και τους δρόμους όταν σβήνουν τα φώτα. Το περιθώριο που όσο απομακρυνόμαστε εμείς τόσο γεμίζει το χώρο που αφήνουμε και μετασχηματίζει την πόλη που ξέραμε σε κάτι εντελώς διαφορετικό και ξένο και τέλος πάντων σε κάτι που δεν είναι συμβατό ούτε με αυτό που είμαστε ούτε με αυτό που ονειρευόμαστε.

Γιατί όταν εγκαταλείπεις ένα χώρο, δικαιωματικά πλέον δε σου ανήκει…

Belbo

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s