Μικρή ερωτική πιανιστική ιστορία

piano

“Δεν ξέρω πως τη λένε, κάνει μάθημα με το Γαϊτάνο” μου είχε πει ο Θανάσης καθώς περνάγαμε την κεντρική είσοδο του Ωδείου και ετοιμαζόμασταν ν’ ανέβουμε τις σκάλες “ακούω ότι θεωρείται ταλέντο και την προωθούν πολύ”. Ήταν αυτή η νέα ώρα που είχε αλλάξει τα πράγματα: με το που μεταφερθήκαμε σε πιο βραδυνή ώρα με το Θανάση βρεθήκαμε σε ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο από μεγαλύτερους ηλικιακά μαθητές. Τέρμα τα μικρά με τις μαμάδες τους και η βαβούρα: αυτή η ώρα μάζευε κορίτσια και αγόρια Λυκείου που ήξεραν τι ήθελαν και έμοιαζαν αποφασισμένα να κατακτήσουν το απαιτητικό άθλημα της μουσικής. Κι ανάμεσά τους η Κατερίνα.

Έμαθα το όνομά της το επόμενο απόγευμα περιμένοντας το δάσκαλό μου να τελειώσει. Έκανε μάθημα στο διπλανό δωμάτιο, στο δεύτερο όροφο του ιστορικού κτιρίου  που στέγαζε το Ελληνικό Ωδείο, εκεί στη Διδότου. “Θα σε δω την Τρίτη πάλι” είχα ακούσει τη μπάσα φωνή του Γαϊτάνου να φωνάζει από μέσα και την είδα να βγαίνει κλείνοντας τ ις συρόμενες πόρτες πίσω της. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό ακριβώς που με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή, αλλά έμεινα να την κοιτάζω καθώς πέρασε ανάλαφρη από μπροστά μου φτιάχνοντας τα μαλλιά της και χωρίς δυστυχώς να μου ρίξει ούτε μία ματιά. Και κάπως έτσι άλλαξε η σχέση μου με το Πιάνο.

Έκανα πιάνο αρκετά χρόνια κι ήταν μια σχέση αγάπης-μίσους. Ναι, αγαπούσα τη μουσική αλλά αντιπαθούσα σφόδρα όλη την εξοντωτική εξάσκηση την οποία συνόδευε η σοβαρή ενασχόληση με τη μουσική. Βλέπετε, για να μπορέσει κάποιος να παίξει μια σονάτα του Μπετόβεν για παράδειγμα, πρέπει πρώτα να αφιερώσει ώρες σε ασκήσεις προετοιμασίας, αργής εξάσκησης στο κομμάτι (χέρι-χέρι) και μόνο μετά από αυτό θα μπορέσει να αρχίσει να αποδίδει το έργομε τον τρόπο που ο συνθέτης το είχε φανταστεί. Ήταν αυτή ακριβώς η σκληρή προετοιμασία που με απωθούσε.

Τη γνώρισα μετά από δύο εβδομάδες. Είχα ξεκινήσει να πηγαίνω συστηματικά νωρίτερα για να την ακούω να παίζει. Μια συρόμενη δίφυλλη πόρτα χώριζε τον προθάλαμο που καθόμουν από το δωμάτιο που έκανε μάθημα και η ηχομόνωση δεν ήταν και τόσο καλή. Έτσι μπορούσα με άνεση να την ακούω να παίζει. Δούλευε διάφορα κομμάτια αλλά αυτό που πραγματικά με είχε κατακτήσει ήταν ένα νυκτερινό του Σοπέν. Μπορεί να ήταν το παίξιμό της, μπορεί η ρομαντική φύση του κομματιού, μπορεί επίσης και η περίεργη ακουστική του Ωδείου, σε κάθε περίπτωση το κομμάτι αυτό με είχε γοητεύσει και καθόμουν σαν τον χάνο έξω από το δωμάτιο ακούγοντάς την να το παίζει πάλι και πάλι, κι αναρωτιόμουν μάλιστα που έβρισκε ο Γαϊτάνος όλα αυτά τα σχόλια που έκανε όταν τη σταματούσε στα καλύτερα σημεία.

Αλλά είχα ξεκινήσει να γράφω πως τη γνώρισα: είχε μόλις τελειώσει το μάθημά της και κλείσει την πόρτα πίσω της όταν κάτι της έπεσε από την τσάντα, πρέπει να ήταν ακριβώς η ευκαιρία που έψαχνα γιατί έτρεξα να της τη δώσω. Με ευχαρίστησε μου είπε το όνομά της, με ρώτησε το δικό μου και μου έδωσε το χέρι της. Είχε αυτά τα μακριά δάκτυλα που μόνο μια κοπέλα που κάνει πιάνο μπορεί να έχει, αλλά ήταν επίσης και δύο χρόνια μεγαλύτερή μου κι ασκούσε πάνω μου όλη τη γοητεία μια κοπέλα σ’ αυτή την ηλικία μπορεί να έχει σ’ ένα μικρότερο αγόρι. Με λίγα λόγια ήμουν εντελώς χαμένος.

Εκείνο το βράδυ κάθισα και σκέφτηκα πως θα την κατακτήσω. Αποφάσισα ότι ο μόνος τρόπος για να πετύχω κάτι τέτοιο θα ήταν μέσα από (τι άλλο;) τη μουσική. Έπρεπε όμως να καταφέρω όχι μόνο να γίνω καλύτερος αλλά να μπορέσω να φτάσω στο επίπεδο που ήταν εκείνη τόσο από πλευράς εμπειρίας (μεγαλύτερη τάξη) όσο κι από πλευράς τεχνικής. Ο Θανάσης μου είχε πει ότι ήταν ταλέντο, έπρεπε λοιπόν να εξελιχθώ κι εγώ σε κάτι ανάλογο, να βρεθώ στο ίδιο επίπεδο, να την εντυπωσιάσω.

Ο πρώτος που το παρατήρησε ήταν ο δάσκαλός: “περίεργο” είχε πει “ιδιαίτερα καλοδουλεμένο δε με έχεις συνηθίσει σε τέτοια” και με είχε κοιτάξει με απορία. Κι η αλήθεια ήταν αυτή βέβαια, μιας και πλέον το πιάνο είχε αποκτήσει κομβική σημασία στη ζωή μου. Από τη μία ώρα την ημέρα εξάσκηση είχα μεταπηδήσει στις 4-5 ώρες: μόνο οι κλίμακες και οι ασκήσεις μου έπαιρναν σχεδόν 1 ώρα και μετά βέβαια εκτενής μελέτη πάνω στα κομμάτια που δούλευα. Είχα αποφασίσει ότι θα διέπρεπα στον Μπαχ: ήταν ο αγαπημένος μου συνθέτης από την αρχή, αλλά τώρα είχε πάρει μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν θα γινόμουν απλά καλός στον Μπαχ θα γινόμουν ο καλύτερος, ολόκληρο το Ωδείο θα μιλούσε για εμένα, θα ξεχώριζα κι έτσι θα κατάφερνα να με προσέξει.

Περνούσα ατελείωτες ώρες μπροστά στο πιάνο δουλεύοντας τα Πρελούδια και τις Φούγκες και η αλήθεια είναι ότι και το παίξιμό μου άλλαζε: από τη μαθητική, μηχανική απόδοση είχα περάσει σε ένα πολύ πιο σοφιστικέ παίξιμο, άρχισα να αναγνωρίζω και να αναδεικνύω τα θέματα, να ξεχωρίζω τις διαφορετικές φωνές που αρμονικά ενώνονται για να δημιουργήσουν το μουσικό αυτό σύμπαν που είναι ο Μπαχ. Με λίγα λόγια γινόμουν καλύτερος κάθε μέρα και αυτό το καταλάβαινα.

Τα βράδυα που γύριζα στο σπίτι καθόμουν ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου και σκεφτόμουν: ναι αυτό θα ήταν η αρχή μιας παθιασμένης σχέσης. Θα ξεχωρίζαμε από ολόκληρο το Ωδείο και μετά θα ερχόταν η διεθνής αναγνώριση, η ζωή του σολίστα. Το κρυφό όνειρο κάθε μαθητή της μουσικής: μια ζωή αφιερωμένη αποκλειστικά στη μουσική. Οι μεγάλες πρωτεύουσες, οι μεγάλες αίθουσες συναυλιών, τα μεγάλα έργα. Θα ήταν η Du Pre μου και θα ήμουν ο Barenboim: θα γυρίζαμε μαζί τον κόσμο δίνοντας συναυλίες. θα ήμασταν μόνο εμείς και η μουσική τίποτε άλλο. Κι αυτό μου έφτανε.

Τα πράγματα δεν πήγαιναν άσχημα και στο ωδείο. Μετά τη σύντομη γνωριμία μας πλέον με αναγνώριζε και με χαιρετούσε. Τα ελάχιστα αυτά δευτερόλεπτα που περνούσε από μπροστά μου είχαν γίνει η σημαντικότερη στιγμή  της εβδομάδας. Τις προηγούμενες ημέρες προετοιμαζόμουν για το τι θα πω και πως θα το πω, φτιάχνοντας στο μυαλό μου πολύπλοκα σενάρια και διαλόγους, που συνήθως βέβαια δεν γίνονταν πραγματικότητα.

Κι ήταν κι αυτό το νυκτερινό του Σοπέν. Πρέπει να το είχα ακούσει δεκάδες φορές πλέον, είχα μάθει απέξω κάθε μέτρο, κάθε νότα, κι όχι μόνο δεν το βαριόμουν αλλά κάθε φορά το έβρισκα καλύτερο και πιο γοητευτικότερο. Δεν άντεξα λοιπόν ένα απόγευμα και καθώς πέρναγε από μπροστά μου της το είπα. Γύρισε και με κοίταξε περίεργα, “σ’ ευχαριστώ” μου είπε και και πήρε εκείνη την έκφραση που παίρνουν οι γυναίκες όταν δεν ξέρουν ακριβώς τι συμβαίνει με εσένα και αρχίζουν και κάνουν υποθέσεις, “θα το παίξω μεθαύριο στη συναυλία”.

Κι αυτό βέβαια το ήξερα. Η συναυλία ήταν το επιστέγασμα της μουσικής χρονιάς και είχα δει το όνομά της να φιγουράρει στην κορυφή σχεδόν του προγράμματος. Έπαιζα κι εγώ στη συναυλία, Μπαχ φυσικά και προετοιμαζόμουν πυρετωδώς, αφιερώνοντας ατελείωτες ώρες στην προετοιμασία. Αυτή θα ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία να ξεχωρίσω και μαζί να την εντυπωσιάσω με το παίξιμό μου.

Ήταν εντυπωσιακή εκείνο το βράδυ. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα που αναδείκνυε με υπέροχο τρόπο το  νεανικό σώμα της, νεαρή γυναίκα και όχι κορίτσι, έλαμπε κυριολεκτικά ανάμεσα στον κόσμο. Και είχε πολύ κόσμο: ο Παρνασσός ήταν γεμάτος από γνωστούς, φίλους, συγγενείς, δασκάλους. Προσπάθησα να την πλησιάσω αρκετές φορές αλλά δεν τα κατάφερα, γύρω της μονίμως μια συνοδεία, άνηκε στην κατηγορία των δημοφιλών. Αλλά δεν με άγχωνε αυτό γιατί ήξερα ότι θα ήμουν στα παρασκήνια όπως θα ήταν κι αυτή και θα είχα εκεί την ευκαιρία.

Αλλά αυτό που έλαμψε εκείνο το βράδυ περισσότερο από κάθε τι άλλο ήταν το παίξιμό της: μέσα στην αίθουσα η μουσική του Σοπέν αντήχησε ακόμη πιο μαγική και υπέροχη. Από τις πρώτες κιόλας νότες ο ρομαντικός ήχος του πιάνου γέμισε την αίθουσα και το παίξιμό της αισθησιακό, ρομαντικό, μου φάνηκε σαν ένα ερωτικό κάλεσμα, ένα γράμμα για να την πλησιάσω. Από τα παρασκήνια έβλεπα την πλάτη της με τα μαλιά της να πέφτουν απαλά πάνω της και το φόρεμα ελαφρά ανασηκωμένο να αποκαλύπτει λίγο παραπάνω από ότι πρέπει τις γάμπες της και έμεινα εκεί να ρουφάω αυτά τα μερικά λεπτά που διαρκεί το νυκτερινό σαν να μην υπήρχε αύριο.

Τελείωσε σε “πιανίσιμο” χαιδεύοντας σχεδόν τα πλήκτρα, κι ενώ ο ήχος χανόταν κάπου μέσα στην αίθουσα. Από εκεί και πέρα όλα έγιναν πολύ γρήγορα: χάθηκε για λίγο από το πλάνο καθώς πήγε προς τον κόσμο και μετά την είδα να πλησιάζει. Ήμουν έτοιμος να της μιλήσω όταν ξαφνικά είδα δύο χέρια να την πιάνουν και έναν τύπο να τη τραβάει πάνω του. Το σοκ ήταν τέτοιο που έμεινα σχεδόν παγωμένος να την κοιτάζω, περιμένοντας την αντίδρασή της. Έδειχνε να το απολαμβάνει και να αδιαφορεί πλήρως για την ύπαρξή μου.

Δε θυμάμαι πολλά από την υπόλοιπη βραδυά. Το παίξιμό μου έχει διαγραφεί πλήρως από τη μνήμη μου, πρέπει να γύρισα στο σπίτι σε κατάσταση σοκ και να πέρασα το υπόλοιπο βράδυ κοιτάζοντας το ταβάνι. Αρχικά σκέφτηκα να εγκαταλείψω το πιάνο, αλλά τελικά πήρα το δάσκαλό μου και του ζήτησα να αλλάξει ημέρα και ώρα μαθήματος. Οι επόμενες εβδομάδες ήταν δύσκολες και η ενασχόλησή μου με το πιάνο επανήλθε στα παλιά συνηθισμένα επίπεδα. Σε ένα από τα μαθήματα θυμάμαι χαρακτηριστικά το δάσκαλο να μου λέει “δεν κράτησε πολύ, αλλά τουλάχιστον τώρα έχεις μάθει και παίζεις Μπαχ, κάτι είναι κι αυτό”.

Belbo

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s